εὐαπόσπαστος

εὐαπό-σπαστος, ον,
A easy to be torn from, ἀλλήλων [τὰ ᾠά] Arist.HA550a12.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ευαπόσπαστος — η, ο (Α εὐαπόσπαστος, ον) αυτός που εύκολα αποσπάται ή αποχωρίζεται. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + απο σπώ (πρβλ. αν απόσπαστος)] …   Dictionary of Greek

  • εὐαπόσπαστα — εὐαπόσπαστος easy to be torn from neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.